Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ



........................................................................
"Θα έπρεπε να μην τη γνωρίζετε,
να την είχατε συναντήσει παντού ταυτόχρονα,
σ' ένα ξενοδοχείο, σ' ε΄να δρόμο, σ' ένα τραίνο,
σ' ένα μπαρ, σ' ένα βιβλίο, σ' ένα φιλμ, στον εαυτό σας,
μέσα σας, μέσα μου, στο φαλλό σου στημένο τυχαία
μέσα στη νύχτα, που ψάχνει κάπου να μπει να
ξαλαφρώσει από τα δάκρυα που τον γεμίζουν.

Ίσως να την είιχατε πληρώσει.
Θα λέγατε: Πρέπει να έρχεστε κάθε νύχτα
για πολλές μέρες.

Θα σας κοίταζε πολύ ώρα,
ύστερα θα έλεγε ότι σ' αυτή την
περίπτωση κοστίζει ακριβά."
........................................................................
"Χαμογελά, ρωτά: Με θέλετε κι
εμένα;
Λέτε: Ναι, δεν ξέρω ακόμα, θα ήθελα να
διεισδύσω και εκεί μ' όλη τη βια που
συνηθίζω."
........................................................................
"Ρωτάει ποιοι θα είναι οι άλλοι
όροι;
Λέτε ότι θα έπρεπε να σωπαίνει σαν τις γυναίκες
των προγόνων της, να υποταχθεί απόλυτα
σε 'σας, στη θέλησή σας, να σας είναι απόλυτα
υποταγμένη σας τις χωριάτισσες που μετά
το θέρος κατάκοπες μέσα στους αχυρώνες,
αφήνουν τους άνδρες να τις πλησιάσουν
ενώ κοιμούνται- έτσι για να μπορέσετε
σιγά σιγά να συνηθίσετε αυτό το σχήμα
που θα γινόταν ένα με το δικό σας.
Να είναι στο έλεός σας, όπως οι
μοναχές είναι στο έλεος του θεού-
έτσι ώστε σιγά σιγά μέρα με τη μέρα,
να φοβάστε λιγότερο το ότι δεν ξέρετε
που ν' ακουμπήσετε το κορμί σας,
προς ποιο κενό ν' αγαπήσετε."
........................................................................
"Νέα, θα ήταν νέα. Στα ρούχα της θα λίμναζε
μια μυρωδιά, θα ψάχνατε να βρείτε τι είναι,
τελικά θα την ονομάζατε όπως εσείς ξέρετε
να ονομάζετε.
Θα λέγατε: Μυρωδιά από ηλιοτρόπιο και κίτρο.
Απαντά: Όπως σας αρέσει."
........................................................................
"Ένα άλλο βράδυ, άθελά σας, την φέρνετε
σε οργασμό και φωνάζει.
Της λέτε να μη φωνάζει.
Λέει ότι δεν θα ξαναφωνάξει."
........................................................................
"... Ούτε ξέρω αν διακρίνετε το υπόκωφο και
απόμακρο βογγητό της δικής της ηδονής
μέσα από την ανάσα της, μέσα απ' αυτό τον
γλυκό ρόγχο που πηγαινοέρχεται από το
στόμα της ως έξω στον αέρα.
Δεν νομίζω.
Ανοίγει τα μάτια, λέει: Τι ευτυχία.
Της κλείνετε με το χέρι το στόμα, να σωπάσει,
λέτε ότι δεν μιλάνε γι' αυτά τα πράγματα."
........................................................................
"Μέχρι εκείνη τη νύχτα δεν είχατε καταλάβει
ότι μπορεί κανείς ν' αγνοεί αυτό που βλέπουν
τα μάτια, αυτό που αγγίζει το κορμί.
Ανακαλύπτετε αυτή την άγνοια.
Λέτε: Δεν βλέπω τίποτε.
Δεν απαντά.
Κοιμάται.

Την ξυπνάτε. Την ρωτάτε αν είναι πόρνη.
Κάνει νόημα, όχι.
Την ρωτάτε γιατί δέχτηκε το συμβόλαιο για
τις πληρωμένες νύχτες.
Απαντά με μια φωνή σχεδόν κοιμισμένη ακόμα,
σχεδόν σβησμένη: Γιατί από τη στιγμή που
μου μιλήσατε είδα ότι είχατε προσβληθεί
απ' την αρρώστια του θανάτου.
... ... ...
Τη ρωτάτε: Γιατί η αρρώστια του θανάτου
είναι θανατηφόρα;
Απαντά: Γιατί αυτός που έχει προσβληθεί
δεν ξέρει ότι κουβαλάει μέσα του τον θάνατο.
Και γιατί θα πεθάνει χωρίς να έχει ζήσει
προηγουμένως για να πεθάνει,
χωρίς καμιά γνώση ότι πεθαίνει
σε κάποια ζωή."
........................................................................
"Ολοκληρώνετε τη φράση σας. Λέτε μέσα
σας, ότι αν πέθαινε τώρα, αυτή την ώρα της
νύχτας, θα ήταν πιο εύκολο για 'σας να την
εξαφανίζατε από το πρόσωπο της γης, να την
πετάξετε στο μαύρο νερό, ότι θα χρειάζονταν
μόνο λίγα λεπτά για να ρίξετε ένα σώμα τόσο
ελαφρύ στη φουρτουνιασμένη θάλασσα,
για να πάψει πια το κρεβάτι να βρωμάει
ηλιοτρόπιο και κίτρο."
........................................................................
"Ενώ κοιμάται είναι γεμάτη από εσάς.
Οι ανεπαίσθητες κραυγές του ρίγους πάνω
στο κορμί γίνονται όλο και πιο καθαρές.
Βρίσκεται μέσα σε μια ονειρεμένη ευτυχία
που είναι γεμάτη από έναν άνδρα, από εσάς
ή από έναν άλλο ή και από κάποιον άλλο
ακόμα."
........................................................................
"Σας ζητά να της το πείτε καθαρά. Της το
λέτε: Δεν αγαπώ.
Λέει: Ποτέ;
Λέτε: Ποτέ.
Λέει: Να φτάσετε στο σημείο να σκοτώσετε
έναν εραστή, να τον κρατήσετε για 'σας, μόνο
για 'σας, να τον πάρετε, να τον κλέψετε ενάντια
σ' όλους τους νόμους, σ' όλες τις αυτοκρατορίες
της ηθικής, αυτό τον πόθο δεν τον γνωρίσατε
ποτέ;
Λέτε: Ποτέ.
Σας κοιτά και επαναλαμβάνει: Περίεργο
πράγμα ένας νεκρός."
........................................................................
"...
Ρωτάτε πώς θα μπορούσε να γεννηθεί
το συναίσθημα της αγάπης.
Σας απαντά: Ίσως από μια αιφνίδια
ρωγμή στη λογική του σύμπαντος.
Λέει: Παραδείγματος χάρη από ένα λάθος.
Λέει ποτέ από τη θέληση. Ρωτάτε: Το
συναίσθημα της αγάπης θα μπορούσε
να επέλθει και από άλλα πράγματα;
Την ικετεύετε να πει.
Λέει: Από κάθε τι, από το πέταγμα ενός
πουλιού της νύχτας, μέσα στον ύπνο,
από ένα όνειρο μέσα στον ύπνο, από την
προσέγγιση του  θανάτου, από μια λέξη,
από ένα έγκλημα, από τον ίδιο τον εαυτό
μας, από μέσα μας, ξαφνικά χωρίς να ξέρουμε πώς.
..."
........................................................................
"Μια μέρα δεν είναι πια εκεί.
Ξυπνάτε και δεν είναι πια εκεί."
........................................................................
"...
Όταν κλαίγατε, κλαίγατε μόνο για
τον εαυτό σας και όχι γι' αυτή τη θαυμαστή
αδυναμία να την ανταμώσετε πέρα
από τη διαφορά που σας χωρίζει.
...
Όμως έτσι μπορέσατε να ζήσετε
αυτόν τον έρωτα με τον μόνο
τρόπο που ήταν δυνατό για' σας,
χάνοντάς τον πριν ακόμα γεννηθεί."

Η αρρώστια του θανάτου
Μαργκερίτ Ντυράς
Εξάντας 1984


Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

" Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ"



Σε όποια σελίδα και ν' ανοίξω, όμορφα πλασμένες κουβέντες...
"Άνοιξε το μικρό βιβλιαράκι, όπως ανοίγουμε στη μεγάλη ζέστη μια πόρτα που δίνει στη θάλασσα. Κι άρχισε πάλι ο Μανολιός να κολυμπάει και να δροσίζεται μέσα στο άγιο κείμενο. Ξέχασε μονομιάς ποια ρωτήματα τον τυραννούσαν, δεν είχε πια ρωτήματα ο νους του, ξεχείλιζε η καρδιά του απάντηση."
.......................................

"Ανηφόριζε μοναχή της, κανένας στα φανερά δεν τη ζύγωνε, και προσκυνούσε κι αυτή το πύρινο κόνισμα. Κι ο φοβερός προφήτης την κοίταζε αγριεμένος, μα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τις μπογιές και τ' ασημένια ταξίματα, όπου τον είχαν οι πιστοί φυλακισμένο, κι η χήρα το 'ξερε και κολνούσε απάνω του τα κόκκινα χείλια της άφοβα."

............................................

"....Γιατί να 'ναι ανάγκη να ξεπατώσουμε τις μεγάλες ρίζες από το χώμα για ν' ανεβούμε στον ουρανό;

Ρωτούσε, ρωτούσε ο Μιχελής, μα δεν μπορούσε να βρει απόκριση. Μα σιγά σιγά, ένιωθε την καρδιά του ν' αλαφρώνει. Να ξεριζώνεται. Να καταλαβαίνει. Και ξάφνου, από προχτές το βράδυ, βρέθηκε κρεμάμενη ανάμεσα ουρανού και γης..."

.............................................

"Ένιωθες τούτα τα κορμιά να 'μέναν μονάχα στον κόσμο, θα ξαναγέμιζε ο κόσμος ανθρώπους."

..............................................
"Έγραφε, ξανάγραφε, τα λόγια του φαίνουνταν πολύ σκληρά, πολύ απότομα, δεν μπορούσε η ίδια λέξη να χωρέσει και τη γλύκα της αγάπης και την πίκρα του χωρισμού. το "αιώνια" και το "ποτέ" ήταν δύο ξεχωριστές λέξεις, κι ο Μιχελής ίσια ίσια αυτό ζητούσε, να βρει μια και μόνο λέξη, που να χωράει και τους δυο τούτους φοβερούς γκρεμούς της καρδιάς μας."
.............................................
Κι ύστερα έβγαλε όλους από την κάμαρα, έκλεισε την πόρτα, ζύγωσε τον Παναγιώταρο, τον έφτυσε τρεις φορές και τον φασκέλωσε:
- Στο διάολο να πας, Ιούδα!
Βγήκε έξω.
- Μην τον πειράξετε, είπε, του διάβασα την ευκή. σε τρεις μέρες θα 'ναι περδίκι."
...............................................
Χαμογελάω με τις υπογραμμισμένες με κόκκινο "λάθος" λέξεις που βρίσκει ο υπολογιστής σε αυτά τα κείμενα.
; )

Jasmin